







Ζιλμπέρτο Σίλβα
Βραζιλία
Μεγάλωσα σε ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Ουζίνα Λουσιάνια (σημ.: πρόκειται για οικισμό εργοστασίου ζάχαρης), περίπου 200 χιλιόμετρα από το Μπέλο Οριζόντε στην πολιτεία της Mίνας Τζεράις. Η Ουζίνα Λουσιάνια δεν υπάρχει πια. Είναι πολύ κρίμα. Το μόνο που έχει απομείνει πια είναι το εργοστάσιο ζάχαρης, όπου δούλευε ο πατέρας μου. Στη δεκαετία του 1980, έγινε μια απεργία στο εργοστάσιο. Οι εργαζόμενοι διεκδικούσαν καλύτερους μισθούς. Η απεργία δεν ήταν πολύ καλά οργανωμένη και τα πράγματα ξέφυγαν από τον έλεγχο. Μετατράπηκε σε εξέγερση και οι εργαζόμενοι συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Πολλοί άνθρωποι απολύθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του πατέρα μου. Χρειάστηκε να μετακινηθούμε στη Λαγκόα ντα Πράτα, μια πόλη περίπου πέντε χιλιόμετρα μακριά. Ο πατέρας μου έπρεπε να αγοράσει ένα σπίτι για να μείνουμε αλλά δεν είχε τα χρήματα γι αυτό. Ήμουν περίπου 12 όταν συνέβησαν όλα αυτά.
Δεν ήμασταν μόνο εμείς. Πολλοί άνθρωποι αναγκάστηκαν να φύγουν και αφού φύγαμε, κατεδάφισαν τα σπίτια στα οποία είχαμε ζήσει. Δεν ήθελαν κανέναν να ζει κοντά στο εργοστάσιο. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να μείνουν στη Λαγκόα ντα Πράτα. Στη Ουζίνα Λουσιάνια, είχαμε ζήσει σε σπίτια που το εργοστάσιο είχε κατασκευάσει. Στην αρχή ζούσαμε μόνοι μας και μετά, σε άλλη μεριά του χωριού, όπου ζούσαμε με μια άλλη οικογένεια. Αυτά τα σπίτια ήταν μια χαρά. Όχι μεγάλα, αλλά ήταν εντάξει, μεγαλύτερα πάντως από το σπίτι που τελικά κατάφερε ο πατέρας μου να αγοράσει για εμάς στην Λαγκόα ντα Πράτα.
Στο χωριό μας, όλοι γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Ως παιδιά, περιβαλλόμασταν από τους φίλους μας και από τις οικογένειές μας: οι παππούδες μου, οι θείοι μου και θείες, τα ξαδέρφια μου, όλοι ζούσαν στο ίδιο χωριό με μένα και τον πατέρα μου τη μητέρα και τις τρεις αδελφές μου. Ήταν υπέροχα, ανοιχτά και επίπεδα. Ένα σπουδαίο μέρος για να ζεις, αν σου άρεσε το ποδήλατο! Και περνούσα φανταστικά όταν μεγάλωνα. Δεν ήμασταν πολύ άνετα, αλλά είχα όλα τα υπόλοιπα: πράγματα να κάνω, τρόπους για να διασκεδάσω. Μια αίσθηση ασφάλειας και την αίσθηση της χαράς. Δεν είχαμε καν ακούσει ποτέ κάτι για ναρκωτικά και τέτοια πράγματα.
Το ποδόσφαιρο ήταν πάντα μέρος της ζωής μου. Παίζαμε όλη την ώρα όταν ήμασταν παιδιά. Υπήρχαν και άλλα χωριά κοντά που είχαν κατασκευαστεί από το εργοστάσιο ζάχαρης. Και σε κάθε χωριό υπήρχε κάποιου είδους γήπεδο. Όχι με χορτάρι, αλλά κάπου που μπορούσαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο. Μερικές από τις πρώτες αναμνήσεις μου είναι να πηγαίνω στο χωριό της γιαγιάς μου, το οποίο ήταν 20 λεπτά μακριά, και να παίζουμε ποδόσφαιρο εκεί. Όλοι μαζί: κάποιοι φίλοι - παιδιά - αλλά και μεγάλοι επίσης, όπως οι θείοι μου. Ήμασταν πάντα ξυπόλητοι: αν φορούσαμε τα παπούτσια μας για να παίξουμε ποδόσφαιρο, δε θα είχαμε παπούτσια για να πάμε στο σχολείο!
Δεν είχαμε πάντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε το γήπεδο της Ουζίνα Λουσιάνια. Το εργοστάσιο χρησιμοποιούσε το γήπεδο. Αλλά υπήρχε ένα μικρό αθλητικό κέντρο στο πίσω μέρος του σχολείου μου και μπορούσαμε να παίξουμε εκεί ποδόσφαιρο σάλας, βόλεϊ. Μπορούσαμε να κολυμπήσουμε και να παίξουμε ένα παιχνίδι που ονομάζεται peteca και παίζεται με ένα φτερό, το οποίο χτυπάς με το χέρι σου, αντί για ρακέτα. Μερικές φορές υπήρχαν αρκετοί για ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι 11 εναντίον 11, αλλά συνήθως αρκούμασταν σε όσους ήταν εκεί: πέντε σε κάθε ομάδα ή τρεις εναντίον τριών ή δύο εναντίον δύο, αλλά χρησιμοποιώντας μόνο ένα τέρμα.
Και, φυσικά, παίζαμε ποδόσφαιρο στο δρόμο πάρα πολύ. Σχεδόν κάθε μέρα. Ξέρετε, το ποδόσφαιρο είναι ένα τεράστιο μέρος της ζωής των ανθρώπων στη Βραζιλία. Υπήρχαν πάντα ξαδέλφια και φίλοι κάπου εκεί γύρω για ένα ματς. Βάζαμε παπούτσια ή λίγους σωρούς από πέτρες για να δημιουργήσουμε ένα τέρμα. Και με μια μπάλα παίζαμε και διασκεδάζαμε. Θυμάμαι αυτές τις σκληρές, πλαστικές μπάλες οι οποίες πραγματικά σε πληγώνανε όταν σε χτύπαγαν! Αλλά δεν μας ένοιαζε. Στο δρόμο, η επιφάνεια ήταν πολύ ανώμαλη, ίσως καλυμμένη με λίγες πέτρες και με κλίση. Δεν είχαμε τίποτα στα πόδια μας. Νομίζω ότι μάθαμε να προσαρμοζόμαστε στο έδαφος και τα γκελ κάθε διαφορετικής μπάλας με την οποία παίζαμε. Νομίζω ότι αυτό έκανε τη διαφορά στον τρόπο που έμαθα να παίζω μπάλα.
Ο πατέρας μου, ο Νίτσιο, έπαιξε ποδόσφαιρο. Όχι επαγγελματικά αλλά σε ερασιτεχνικές ομάδες, και πολύ συχνά πήγαινα μαζί του για να παρακολουθήσω τα παιχνίδια του. Οι αδελφές μου είναι πολύ νεότερες από μένα και η μαμά μου, η Ιζαμπέλ, έμενε στο σπίτι για να τις φροντίσει. Έτσι, ο πατέρας μου συνήθως έπαιρνε μόνο εμένα. Η ομάδα του προπονούνταν μια - δυο φορές την εβδομάδα και έπαιζε σε ερασιτεχνικούς αγώνες. Τρέχαμε γύρω – εγώ και άλλα παιδιά που ήταν εκεί – για να πιάσουμε την μπάλα όταν έβγαινε από τον αγωνιστικό χώρο, απλώς για να έχουμε την ευκαιρία να κλωτσήσουμε μια πραγματική μπάλα. Ήταν τόσο διαφορετική σε σύγκριση με τις μπάλες που παίζαμε.
Ο πατέρας μου ήταν οπαδός της Ατλέτικο Μινέιρο και μου μιλούσε για τους παίκτες. Μου άρεσαν, αλλά εκείνη την εποχή η τηλεόραση στη Βραζιλία έδειχνε ιταλικό ποδόσφαιρο - Σέριε A - και ο παίκτης που νομίζω ότι πραγματικά θαύμαζα όταν ήμουν μικρός ήταν ο Φράνκο Μπαρέζι. Αλλά, φυσικά, ο παίκτης στον οποίο βασίστηκα περισσότερο ήταν ο μπαμπάς μου!
Όταν ξεκίνησα να παίζω, ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει: «Είσαι δεξιοπόδαρος, έτσι πρέπει να σουτάρεις με το αριστερό σου. Αν θέλεις να γίνεις καλός παίκτης, πρέπει να μάθεις να χρησιμοποιείς και τα δύο πόδια.» Και το καλύτερο μάθημα που έμαθα από τον πατέρα μου; Λοιπόν, όταν ήμουν μικρός ανησυχούσε πάντα ότι θα τραυματιστώ στα παιχνίδια. Έτσι μου είπε «Κάθε φορά που παίρνεις την μπάλα, μη τρέχεις με αυτήν. Παίξε απλά. Μία ή δύο αγγίγματα και προώθησε την». Πάντα το έλεγε αυτό και είναι αλήθεια ότι είναι ο καλύτερος τρόπος, ειδικά στη θέση που παίζω : αμυντικός μέσος. Αυτό ήταν το καλύτερο μάθημα που πήρα ποτέ για το ποδόσφαιρο και το οποίο χρησιμοποιώ ακόμη και τώρα.
Δεν είχαμε κάποια ομάδα στο σχολείο, αλλά υπήρχε ένας τύπος ο οποίος μας δίδασκε λίγο όταν είχαμε μάθημα γυμναστικής. Μερικές φορές είχαμε μικρά τουρνουά: τάξη εναντίον τάξης. Και μια φορά - νομίζω ότι ήμουν περίπου δέκα - κερδίσαμε το τουρνουά. Το θυμάμαι ακόμα τόσο καθαρά. Πολλοί άνθρωποι από το χωριό ήρθαν στο αθλητικό κέντρο για να παρακολουθήσουν. Ο πατέρας μου ήταν εκεί μαζί με πατεράδες των υπολοίπων παικτών της ομάδας μας. Αφού κερδίσαμε, πήγαμε όλοι μαζί σε ένα μπαρ - το μοναδικό μπαρ στο χωριό - για να γιορτάσουμε: ο πατέρας μου αγόρασε αναψυκτικά για όλους! Ήταν τόσο ευτυχισμένος. Ήταν σπουδαία. Αν σταθώ τώρα και κοιτάξω πίσω, η ανάμνηση αυτή μου φαίνεται ακόμα τόσο φρέσκια. Βλέπω ακόμα το πρόσωπό του, χαμογελαστό και περήφανο για μένα.
Στη Λαγκόα ντα Πράτα, υπήρχε μια μικρή ακαδημία ποδοσφαίρου της οποίας ο ιδιοκτήτης με κάλεσε να συμμετάσχω όταν ήμουν περίπου 11 ετών. Ομάδες από την πόλη ερχόντουσαν να παίξουν στα χωριά. Είχα ένα πραγματικά καλό φίλο, ο οποίος έπαιζε σε μια από αυτές, αλλά κάθε φορά που η ομάδα του ερχόταν στο χωριό μας, τους κερδίζαμε πάντα. Είχαμε μια πολύ δυνατή ομάδα. Αυτό το παιδί, έπαιζε κι εκείνο σε αυτή την ακαδημία στη Λαγκόα ντα Πράτα και κάποια στιγμή μου είπε: «Γιατί δεν έρχεσαι να κάνεις κάποιες προπονήσεις μαζί μας;» Ήταν αρκετά μακριά και δεν είχαμε αυτοκίνητο. Δεν είχα ποδήλατο ή τα χρήματα για να πληρώσω για το λεωφορείο. Αλλά τελικά άρχισα να πηγαίνω μαζί με τον ξάδελφό μου που είχε ποδήλατο. Θα έκανε πεντάλ έως την Λαγκόα ντα Πράτα και εγώ θα έπρεπε να κάνω το δύσκολο κομμάτι: πεντάλ στην επιστροφή ενώ ήμασταν κουρασμένοι από την προπόνηση!
Η πρώτη αυτή μικρή ακαδημία, η Λαπρατίνια, συνδεόταν με ένα ερασιτεχνικό σύλλογο. Κάναμε προπόνηση ή παίζαμε μόνο μια φορά την εβδομάδα, επειδή ο υπεύθυνος έκανε κι άλλη δουλεία. Αφού μετακομίσαμε στη Λαγκόα ντα Πράτα από το χωριό μας, όμως, όταν ήμουν περίπου 13, μπήκα σε άλλο σύλλογο της πόλης, τη Λαγκόα. Εκεί, είχαμε δύο ή τρεις προπονήσεις την εβδομάδα. Είχα ένα παλιό μεταχειρισμένο ποδήλατο για να πηγαινοέρχομαι στην προπόνηση. Δούλευα ως μαθητευόμενος ταπετσιέρης: Ήθελα να είμαι ανεξάρτητος, ξέρετε, ακόμη και στα 12 χρόνια μου, για να αγοράζω τα παπούτσια και τα ρούχα μου. Τα χρήματα δεν ήταν πολύ καλά, όμως! Ο πατέρας μου είχε βρει άλλη δουλειά ως εργάτης σε χαλυβουργείο. Αλλά τότε είχαμε κάποια προβλήματα στο σπίτι - η μητέρα μου ήταν πολύ άρρωστη - και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να σταματήσω το ποδόσφαιρο, ώστε να μπορώ να εργάζομαι με πλήρη απασχόληση και να βοηθήσω στα έξοδα του σπιτιού, όπως τα φάρμακα για τη μητέρα μου.
Όταν είπα στον υπεύθυνο της ακαδημίας ότι θα πρέπει να σταματήσω για να βρω δουλειά, μου βρήκε μια θέση σε ένα εργοτάξιο όπου η εταιρεία του έχτιζε ένα μικρό κτίριο στο εμπορικό κέντρο. Ήταν πολύ δύσκολο και φυσικά, στην αρχή, κουράστηκα. Οι παλιότεροι με έβλεπαν και έλεγαν : «Δεν θα μπορέσεις να κάνεις αυτή τη δουλειά σωστά!» Αλλά μετά από λίγους μήνες συνήθισα και άρχισα να γίνομαι δυνατότερος. Και, δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, μπορούσα να φεύγω νωρίτερα από τη δουλεία για να πάω στην προπόνηση. Αυτός που το είχε ακαδημία, ο Χοσέ Αντόνιο, με βοήθησε πολύ τότε. Η ακαδημία είχε τη δική της ποδοσφαιρική εμφάνιση. Εγώ είχα ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά είχαν φθαρεί. Μου έκανε δώρο ένα νέο ζευγάρι και μέχρι να φθαρούν κι αυτά, μέσω της δουλειάς μου μπορούσα να αγοράσω τα δικά μου. Ο Χοσέ Αντόνιο βοήθησε επίσης την οικογένειά μου. Πληρωνόμουν κάθε Παρασκευή και έδινα τα χρήματα στον πατέρα μου. Έπρεπε να πηγαίνει τη μαμά μου σε μια άλλη πόλη για την θεραπεία της, τρεις φορές την εβδομάδα, αλλά αυτός πληρωνόταν δύο φορές το μήνα γι αυτό ήταν σημαντικό το γεγονός ότι έφερνα κάποια χρήματα κάθε εβδομάδα.
Νομίζω ότι κάθε παιδί στη Βραζιλία έχει το ίδιο όνειρο. Σε όλους μας αρέσει να σκεφτόμαστε μερικές φορές ότι ίσως θα μπορούσε να γίνουμε ποδοσφαιριστές. Ακόμα και όταν ήμουν επτά ή οκτώ, και ζούσα στη Ουζίνα Λουσιανία, όλοι μου έλεγαν ότι ήμουν ένας από τους καλύτερους στο χωριό. Τα παιδιά έλεγαν: «Μπέτο, κάποιος από την Ατλέτικο Μινέιρο θα έρθει και θα σε πάρει για να παίξεις σε αυτούς.» Πάντα με διάλεγαν πρώτο, όταν αποφασίζαμε για τις ομάδες.
Έπαιξα ποδόσφαιρο ως έφηβος, στη Λαγκόα ντα Πράτα, όμως κάθε μέρα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι έπρεπε να δουλέψω, να σηκωθώ το πρωί και να φτάσω στο εργοτάξιο στις επτά το πρωί. Το ποδόσφαιρο και το να βλέπω τους συμπαίκτες μου ήταν δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα και ίσως ένα παιχνίδι το Σαββατοκύριακο.
Τότε, η ιδέα του να ενταχθώ σε ένα επαγγελματικό σύλλογο φαινόταν πολύ μακρινή: αυτό θα σήμαινε ότι έπρεπε να πάω στο Μπέλο Οριζόντε. Αλλά, ξέρεις, καμιά φορά τα πράγματα συμβαίνουν στιγμιαία. Έπαιζα στη Λαγκόα. Κάποιος καλός φίλος του πατέρα μου συνάντησε κάποιον από το Μπέλο Οριζόντε, ο πατέρας του οποίου ήταν μέλος του συλλόγου Αμέρικα Μινέιρο. Μίλησαν για μένα και ένα άλλο αγόρι που έπαιζε στην ομάδα μας: «Γιατί να μην τους δοκιμάσουμε;» Ήμουν 16, ο φίλος μου ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος, και πήγαμε στο Μπέλο Οριζόντε μαζί για να δοκιμαστούμε. Ήμασταν εκεί για μια εβδομάδα. Πέρασα αλλά εκείνος δεν τα κατάφερε. Και αυτό ήταν. Μπήκα στην ομάδα των κάτω των 16 ετών.
Ήταν πολύ δύσκολα στην Αμέρικα Μινέιρο. Σήμαινε την απομάκρυνση από το σπίτι. Η μαμά μου ήταν καλύτερα τώρα, αλλά έπρεπε να πάω και να μείνω σε ξενώνα με πολλούς άλλους νέους παίκτες. Μοιραζόμουν ένα δωμάτιο με τέσσερα ή πέντε άλλα παιδιά. Αυτό ήταν δύσκολο για μένα και το χειρότερο ήταν ότι μου έλειπε πραγματικά η οικογένειά μου. Δεν είχα μείνει ποτέ μακριά τους πριν. Ένιωσα σαν να έπρεπε να ενηλικιωθώ πολύ γρήγορα. Παίρναμε ένα μικροποσό, αλλά δεν ήταν αρκετό για μένα ώστε να μπορώ να πληρώνω για να πηγαίνω σπίτι μου. Ακόμη και το ποδόσφαιρο ήταν σκληρό, προπονούμασταν δύο φορές την ημέρα. Μου άρεσε το παιχνίδι, αλλά ο προπονητής μας, ο Έντσον Γκάουτσο, ήταν πολύ σκληρός και αυστηρός και μας φώναζε πολύ. Όταν το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ ότι όλα όσα έκανε ήταν πολύ σημαντικά για μένα, αλλά ήταν η πρώτη φορά, που το ποδόσφαιρο δεν έμοιαζε με διασκέδαση. Σε ηλικία 16 ετών, η απλή χαρά του παιχνιδιού είχε τελειώσει. Και η δουλειά είχε αρχίσει.
Έκτος από τη προπόνηση, ο Έντσον ήταν πολύ σημαντικός για μένα. Ήταν κάποιος στον οποίο θα μπορούσα να μιλήσω. Του εξήγησα ότι ήθελα να πάω σπίτι. Η μητέρα μου ανάρρωνε από μια σοβαρή ασθένεια και ένιωθα ότι ο πατέρας μου με χρειάζεται εκεί για να βοηθήσω. Ο μπαμπάς μου πολλές φορές μου έστελνε χρήματα και ήξερα ότι δεν ήταν εύκολο αυτό. Θυμάμαι τον Έντσον να λέει: «Όχι. Μείνε εδώ. Αν μείνεις, τότε - σε λίγα χρόνια - θα είσαι σε θέση να βοηθήσεις την οικογένειά σου πολύ περισσότερο. Κάνε υπομονή.» Πίστευε σε μένα, αλλά στο τέλος, μίλησε στους διευθυντές και κανόνισε να πάρω αρκετά χρήματα για να μπορέσω να επιστρέψω στο σπίτι μου.
Οι γονείς μου ποτέ δεν μου ζήτησαν να επιστρέψω, αλλά δεν μπορούσα να αντέξω την σκέψη ότι αν ήμουν πίσω στη Λαγκόα ντα Πράτα, θα μπορούσα να εργάζομαι και να τους βοηθάω, κερδίζοντας πολύ περισσότερα. Είπα στον Έντσον: «Φεύγω. Σας παρακαλώ, μην προσπαθείτε να με σταματήσετε.» Ο ιδιοκτήτης του συλλόγου κι ο διευθυντής, μου μιλούσαν και προσπαθούσαν να με πείσουν ότι είχα μέλλον ως παίκτης. Εγώ όμως ήθελα να πάω στο σπίτι μου.
Έτσι, αφού είχα περάσει τεσσερισήμισι μήνες στην Αμέρικα Μινέιρο, κατέληξα πίσω στη Λαγκόα ντα Πράτα και βρήκα μια θέση εργασίας σε ένα εργοστάσιο γλυκών. Ήμουν εκεί για τα επόμενα δύο χρόνια και έφαγα πολλά από αυτά τα γλυκά! Οι άνθρωποι έλεγαν «Γιατί ήρθες πίσω;» Δεν μπορούσα να τους απαντήσω: «Απλά έτσι έπρεπε». Αν είχα μείνει μακριά και κάτι είχε πάει στραβά στο σπίτι με την οικογένειά μου ποτέ δεν θα το ξεχνούσα στο υπόλοιπο της ζωής μου.
Τέλος πάντων, συνέχιζα να παίζω για την ομάδα του εργοστασίου γλυκών. Παίζαμε εναντίον άλλων εργοστασίων και ήταν διασκεδαστικό. Όμως στο σύντομο χρονικό διάστημα που ήμουν στην Αμέρικα Μινέιρο, είχα μάθει τόσα πολλά για το ποδόσφαιρο. Είχα μια εντελώς διαφορετική ιδέα του παιχνιδιού και όλη την ώρα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου την ιδέα ότι θα μπορούσα να πάω πίσω στην ακαδημία του Μπέλο Οριζόντε. Αλλά μεταξύ μας, ξέρετε πόσες λίγες πιθανότητες υπήρχαν να συμβεί αυτό; Σκεφτόμουν όμως να βρω μια διαφορετική θέση εργασίας, στην οποία να κερδίζω περισσότερα χρήματα. Ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου ήθελε να μείνω και έτσι μου είπε: «Θα σου βρω μια άλλη καλύτερα αμειβόμενη δουλειά». Αλλά ποτέ δεν μου βρήκε αυτή τη δουλειά. Αν είχε, ίσως όλα να ήταν διαφορετικά και να μην είχα γυρίσει στο ποδόσφαιρο. Αντ’ αυτού, μετά από λίγο καιρό, είπα στον εαυτό μου: «Γιατί να μην προσπαθήσω ξανά;» Μίλησα με τον πατέρα μου, αλλά οι αποφάσεις ήταν δικές μου. Αυτή τη φορά ήξερα τι έπρεπε να κάνω, σε τι είχα εμπλακεί. Προετοίμασα τον εαυτό μου κατάλληλα για να επιστρέψω στην Αμέρικα Μινέιρο. Και μόλις το έκανα, τα πράγματα προχώρησαν τόσο γρήγορα, σαν ένα αεροπλάνο που απογειώνεται.
Όταν κοιτάζω πίσω από πού ξεκίνησα και αναλογίζομαι πού είμαι τώρα, σκέφτομαι πώς δε θα μπορούσα να φανταστώ τι θα συνέβαινε σε μένα. Πώς θα μπορούσα να έχω φανταστεί ότι θα γίνω κάτοχος του Παγκοσμίου Κυπέλλου; Πώς μπορώ να το εξηγήσω τώρα; Είχα ανθρώπους που έφεραν τις κατάλληλες περιστάσεις μπροστά μου! Ήμουν τυχερός. Είχα μια δεύτερη ευκαιρία και την άρπαξα. Η μητέρα μου είναι μια χαρά τώρα και αυτό είναι υπέροχο. Ήμουν εκεί όταν έπρεπε, έστω και αν είμαι μακριά τώρα. Οι γονείς μου καταλαβαίνουν ότι είναι αυτό που θέλω να κάνω και ξέρουν ότι ήδη σκέφτομαι να επιστρέψω στη Λαγκόα ντα Πράτα να ζήσω όταν σταματήσω να παίζω. Μαζί με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου και τις οικογένειές μας, όλοι μαζί, όπως όταν ήμουν μικρό αγόρι.
Έχω μάθει τόσα πολλά πράγματα από το ποδόσφαιρο. Ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους η παιδική μου ηλικία ήταν γεμάτη από τόση ευτυχία ακόμα και αν οι συνθήκες που ζούσαμε δεν ήταν τόσο καλές. Δεν εννοώ απλώς ότι έμαθα τους κανόνες του παιχνιδιού. Κοιτάξτε το με διαφορετικό τρόπο και θα δείτε ότι είναι και κανόνες της ζωής. Όταν ήμουν νέος, φυσικά ήθελα να κερδίσω, αλλά νομίζω ότι κατάλαβα από νωρίς ότι και το να χάνεις μερικές φορές είναι μέρος του παιχνιδιού. Αν θέλεις να κερδίσεις, ακόμη και αν είναι απλώς σε ένα μικρό παιχνίδι στο δρόμο, πρέπει να έχεις πειθαρχία. Πρέπει να έχεις τακτική, ένα σχέδιο και πρέπει να σέβεσαι τους άλλους ανθρώπους. Πρέπει να σέβεσαι την αντίπαλη ομάδα αλλά και τους συμπαίκτες σου.